ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ #256: Γελοιογραφία #107

geliografia107

Comments 25

  1. η ασπρη καλτσα κανενα δεν τυφλωνει
    μπατσοι γουρουνια δολοφονοι

  2. Και ήτανε τότε οι εποχές, και φορούσαμε άσπρες κάλτσες, ενώ τρέχαμε πάνω στον Άϊ-Λια για σαλιγκάρια και γρανίτες, και δώσ’του το βράδυ σούβλες και κλεμμένες σκαλωσιές. Και ο Γιωργής, αχ ο Γιωργής, με τα ματόκλαδα τα γερακίσια έστυβε τις σουμάδες σε γοργοτάξιδα ποτήρια στο μουράγιο του Κυρ-Νώντα.

  3. Και στο καρνάγιο να λουστράρω με μεράκι το άλμπουρο και ο σιορ Μανωλιός να μην αγροικάει και να βάζει κορδόνια αβέρτα πάνω στο παταράτσο για να μην φύγει με το μαϊστράλι. Και το Μαριώ, αχ το Μαριώ, με ένα ζηλεδάκι και με καινούργιο λουστρίνι σαν καμωμένη από πικραμυγδαλανθό και τζιτζιμπίρα. Και στο κουτούκι το βράδυ ξερή και πρέφα και να πίνουμε χυμό από τζάνερα και αραποσίτι και χοιρινό με πετροσέλινο και να μπαίνουν οι τεντυμπόηδες και να τους δίνω πασαπόρτι γιατί θα κάναν νταλαβέρι με τους λοστρόμους και τους καροτσέρηδες. Και εγώ να βάζω το μπάρκο στο βαπόρι και να στρώνω μια πατσαβούρα για να κοπιάσω και ένα καμινέτο για να προσφαΐσω δύο μπουκιές μουρουνόλαδο και καρπάτσο σολωμού. Τότε δεν είχαμε κομπιούτορες, τα πάντα γίνονταν με το χέρι, αλλά οι ανθρώποι ήταν έξω καρδιά και στ’αυτί γαρύφαλλο. Καμιά φορά να περνά ο κουμαρτζής με παιχνίδια εγγλέζικα ή φραντζέζικα και το Μαριώ να μην λυγάει γιατί είχε πατέρα κουκουναρτζή αλλά έλεγε στα ανταμώματα ότι δεν είχε κούρσες και σωφεράτζα. Και να αρχινάω την βαρκαρόλα πάνω σε έναν κούφιο αραμπά με τον κεσετζή και τον μπρούκλη, κι ύστερα με το Μαριώ κάτω από το χαγιάτι στα αγναντέματα να γεμάω το ζεμπίλι της γιατί περνούσαν κολαούζοι με ιστορίες αλλόκοτες και οι γανωματζήδες για να πάρουν τα μπακίρια της.

  4. Μωρέ, έπρεπε να τον μαζέψουν κι αυτόν μέσα. Ή θα έχεις κανονικό μούσι (με μουστάκι) και θα πίνεις ποντς ή θα είσαι ξυρισμένος και θα πίνεις ποντς. Μέσες λύσεις δεν υπάρχουν.

  5. Το «Fssst» και το «Clink» μπήκαν από τώρα,ώστε να μην ξεφύγουν, όταν το στριπάκι μεταφραστεί για το Balderduck; Έξυπνο!

  6. Αααχ και ενώ πάσχιζα να ευχαριστήσω το Μαριώ να σου πάλι αυτός ο σουρτουκλεμές μαζί με την Θεία Αιμιλία και να σου η μουτσούνα του και να σου τα συμπράγκαλά του που γινήκανε σαν κατράμι. Και το βαπόρι να μπαλαντζάρει και οι καμαρώτοι να πετάνε που και που κανάν παρά μπας και σωνόντουσαν. Αλλά πού λεφτά να πάρω μια μπασαβιόλα να κάνω καντάδες στο Μαριώ, αχ το Μαριώ, σαν καμωμένο από φινιστρίνι, και όταν ο σιρόκος ξεσήκωνε φουρτούνα αμά έλαχε σου βάζαν δύο μπουκιές φαΐ για το κατευοδωμα και έλεγες και ευχαριστώ από πάνω… Και γέμιζε η κάμαρή μας με κρεμεζιές σατακρούτες κι όλη μέρα το μυαλό στο σουλάτσο και τον πασατέμπο, αλλά αν καμιά φορά έστελνες καρντ ποστάλ σε έβαζαν να σπαρταράς σαν τον κοκοβιό όταν τον έβγανε η θάλασσα με το μαϊστράλι. Και το Μαριώ, αχ το Μαριώ, με τα σουσούμια της και τις τσαχπινιές της, σωστή κοκότα, άλλοτε με σοσονάκι κοντό και άλλοτε με ένα φουστανάκι και εμένα να μου έρχεται πεσκέσι καμία φορά αν την έβλεπα κατά το γιόμα… Άλλες εποχές τότε, οι αθρώποι ήταν ήρεμοι και μια ζεστασιά σαν αυτή που σου άφηνε η άμμος στην πλαζ τ’ απόβραδο. Και μετά να προσπαθώ να σούρω το μπαρκό και να μην έχω ένα ταμπλετ πισι βρε αδελφέ……..

  7. Ενταξει, αντωνη σε παντρευομαι!!! Εισαι φανταστικος!!!

  8. Με τον πρωτο! Με το δευτερο ειμαστε κουνιαδοι εξ’αιματος.

  9. Εχω λεξεις για το θειο Αιμίλιο. Να τις γραψω εδω?

  10. ζεμπιλι, δισακι, θημωνια, λούστρος, γιόμα=μεσημερι, αναπαμός, κάματος, μπομποτα, παπορι, στεφανωνομαι, δανδης, μοσχος, λεφουσι, μαντεμι, μαγκαλι, χαμινι, τσουκαλι, πολιτσμανος, γινατι, σεργιανι, γυρευω, σουλατσο, γιατακι, τσαρδι, σκαλομαρια

  11. σαλεπι, φουφου, μουραγιο, λιογερμα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.