ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ #255: Γελοιογραφία #106

geliografia106

Comments 21

  1. κι εγώ πάντα αναρωτιόμουν, δεν τους έκραξε ο ταβερνιάρης;
    Τελικά έμαθα πως είχε αναδουλειές και ήθελε ντε και καλά να σταυρώσει πελάτη

  2. Με κατάνυξη σας αποχαιρετώ και θα τα πούμε το Μάιο μετά τις άγιες μέρες του Πάσχα…

  3. Επ, ένα ποντίκι είναι στη σούπα του Ιούδα

  4. Ε, τώρα τι να σου πω ρε φίλε. Το βρίσκεις δηλαδή σωστό να χλευάζεις τα θεία;

    …τη θεία;

  5. Λίγο χιούμορ δεν βλάπτει… δεν προσβάλουμε τα Θεία..με μια γελοιογραφία. Τότε δεν απέχουμε απ’ τους Μουσουλμάνους που εάν τυχόν προσβάλλεις το Κοράνι τους, φοβάσαι για την ζωή σου.

  6. -Αααχ. Πάσχα στην Αθήνα και να μην έχομε ούτε μια οκά αρνί και δυό γκαζόζες στην τσέπη για να την προσφέρω στο Μαριώ. Και να μην αγροικούν οι ντενεκετζήδες και δωσ´του το κινίνο κάθε φορά που παθαίναμε ελονοσία. Και το Μαριώ πάνω στο γκαζοζέν να διαγράφει ομόκεντρους κύκλους και πάλι το βράδυ στην βεγγέρα στου μπάρμπα-Θύμιου και να παίζουν οι τεντυμπόηδες με τα κασκέτα τους και να γκλασσάρουν πόντο- πόντο τους μπρούτζινους πολυελαίους. Μπορεί να μην είχαμε ούτε τάλιρο στην τσέπη, ήμαστε όμως δουλευταράδες: εγώ στον ταρσανά από το πρωί και να λαχταρώ να της πάρω μια καδένα τσίγκινη ή ασημένια. Και αν κόπαζε το μαιστραλι μπαρκάραμε και ράβαμε μια καινούργια σπαλέτα στην πατατούκα μας. Αλλά άξαφνα να βλέπεις την μουτσούνα του σιορ Μανωλιού και της σιόρας Αφροξυλάνθης κάθε φορά που εξασκούμασταν στο αρασέ. Και αν γνώριζες κανέναν κουμαρτζή αυτός έβαζε συμβουλατόρους ή ινστρούκτορες να σε μελετούν. Εγώ βέβαια ήμουν προετοιμασμένος: και στα γερούνδια και στις μετοχές και στους επιρρηματικούς προσδιορισμούς. Δεν ήμουν δα και κανας λεξιθήρας αλλά τι στολίδια να αγοράσω για το Μαριώ με τον πενιχρό μισθό του μούτσου ;

    – Α, εγώ θείε, Χριστός Ανέστη πήρα να σου πω.

  7. Εσύ Ντετεκτιβ Αθήνα να ηρεμήσεις γιατί εσύ μπορείς να είσαι άθεος αλλά εγώ πολύ τον αγαπάω το θεούλη. Και τη θεία μου και το θείο μου τον Αιμίλιο. Άσχετα αν μιλάει ακατάσχετα όταν το μπαίρνω τηλέφωνο (η μαμά μου με βάζει) να πω χρόνια πολλά μήπως τζιμπήσω κανα 50ρικάκι να πλερώσουμε τη χαρατσοδόση..

  8. Εμείς δεν είχαμε τότε ούτε μάστερ σλουρτζ, ούτε μπαλντερντακ, είχαμε όμως το μέτωπό μας καθαρό: εγώ στην αρχή αγγαριτζής ήμουν και μετά μαρκόνης. Και δεν τσακωνόμαστε• μόνο μια φορά με τον Αργύρη τον μούτσο, είχαμε βρει δυο κοκότες και ένας αλμπάνης, αλητήριος σκέτος, μας έκανε γιουρούσι. Εγώ τότες ήμουν πολύ ματζόβολος και τα έκανα τα θελήματα που ζήταγε το Μαριώ: της πήρα κουζινέτο, μανέστρα και έκανε τα κουμάντα της. Και στο καρνάγιο να έχουμε την μπουκαπόρτα την μεγάλη για μπούγιο και δωσ´του οι χοροεσπερίδες και τα ρομάντζα και με την μπουνάτσα να πηγαίνουμε για πάρλα και για κρασάκι μπρούσκο στα καπηλειά.

  9. Οχι μόνο σίγουρα αλλά και σύντομα, παρακαλώ. Και βέβαια το κουζινέτο δεν έχει καμία σχέση με μανέστρες, κουζίνα και μαγειρική γενικότερα απλά εγγράφη στο σημείο που ο θείος αρχίζει τα σουρεαλ.

  10. (Να μην ζητήσουμε δηλαδή περισσότερο Θείο Αιμίλιο που είναι και η μεγάλη μας αγάπη 😉

    -Κι όταν τέλειωσε ο σινεμάς και αφού πιάσαμε την πάρλα με τους σκηνοθετάδες να γυρνάμε σπίτι με το Μαριώ και να μην έχομε ένα σπαρματσέτο βρε αδελφέ ! Μπορεί τότε να σε δούλευαν ψιλό γαζί αλλά αυτές ήταν εποχές: στο σούρουπο να βγάζουμε το άχτι μας και να αρχινάω με το σκαντάγιο και στη σιφονιέρα με το παλιό λαμπατέρ να χολοσκάω γιατί το γραμμόφωνο έπαιζε αβαντί ντο φα φα φα… Και να προσπερνάμε με το γκαζοζέν τους μουντρούχους και τους μουρτζούφληδες, διότι, βλέπεις, φοβόμαστε μήπως μας στήσουν χουνέρι. Αλλά δεν λέω και εμείς τις κάναμε τις κασκαρίκες μας και γεμίζαμε τα κιούπια του κυρ- Γιάννου του μπακάλη με πολυαιθυλένιο και προϊόντα βιολογικής γεωργίας. Και να σου οι καρπαζιές και να σου τα γρέζια και να σου οι ντενεκετζήδες με τις κούρσες τους. Και στις σκόλες να μην λυγάω και να’ μαι πάλι στο ποδόστημα και στην καρίνα. Κι ο σιορ Μανωλιός, το αφεντικό, ήταν ζαμανφουτίστας και να μας βάζει να του αγοράζουμε ήδη κιγκαλερίας και καραμέλες τύπου τσάρλεστον.

    – Εμ, το ΑΦΜ σας σάς ρώτησα

  11. Και με την ζέστα να’σου τα σερμπέτια από τους πραματευτάδες και να σου οι αράδες από τραγούδια αγνά και να’σου οι βόλτες

  12. Και να ακούμε τους στραγαλάτζηδες να βλαστημάνε γιατί χάσανε στον Μουτζούρη και στα πεντόβολα. Εμείς άλλο που δεν θέλαμε τότες και όλη μέρα ανεμελιά και σουλάτσο. Και το βράδυ στο κονάκι για χαλβά μελένιο και ύστερα στο τσαρδί μας για πασατέμπο και βαρελότα. Και αν έκανες να πεινάσεις ερχόταν ο μπασματζής και σε βούθαγε. Και το Μαρίω, αχ το Μαριώ, με ένα σαλβάρι παλιό, έμοιαζε καμωμένη σαν από πευκόμελο και αραμπάδες. Και ήταν οι μέρες γιομάτες με το τραγούδι των τσαγκαραίων και των χαΐνηδων. Και εγώ με μια μικρή λάντζα να γυροφέρνω στο μουράγιο και αν έκανες να μελετήσεις κανέναν μασκαρά αυτός σε έφερνε δυο γύρες και μετά δεν σε καταδεχόταν ούτε για μια μπιρίμπα βρε αδελφέ. Και στις αναδουλειές να σταματάμε τις χαιρετούρες και τα φυντάνια να σταματούν να παίρνουν μπόι. Θαρρούσαμε βλέπεις πώς δεν έβγανε τίποτα η γης αλλά με το νιο χώμα οι ανθρώποι ημέρευαν και γαλήνευε η ψυχή τους, και ας μην είχαμε φράγκο τότε και ας βρώμαγε ο καμπινές μας από τις ξύλινες εταζέρες . Και όταν πια μας φίλευε η γιαγιά Μελιώ κολατσό αρχίζαμε το λακιρντί ως το σούρουπο και την βγάζαμε με μια γκαζόζα και δυο κουταλιές στραγάλια. Και όταν ψήναμε καφέ θαρρούσες πώς μοσκοβολούσε όλη η γειτονιά σαν από μπετονιέρα ή τσίγκο. Και ήταν οι άνθρωποι χωρατατζήδες και καλαμπουρατζήδες και αν κάνας τεντυμπόης έριχνε καμιά μπριζόλα στην σχάρα τον ξεκουφαίναμε με σουσάμι και λεμπλεμπιά και τον δασκαλεύαμε να μην πηγαίνει στις κοκότες. Και αμα τρώγαμε κανάν γλασσά λέγαμε και ευχαριστώ από πάνω γιατί ήταν δύσκολα χρόνια, όχι σαν τώρα που σε κάθε σπίτι στήνουν μαγέρικο και έχουν τηλεοράσεις ολεντ…

  13. Δυο κουταλιές στραγάλια ήταν το δίχως άλλο το καλύτερο φάρμακο για τη γκολούμπρα και το σκορβούτο που θέριζε κείνο το γκαιρό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.