ΚΟΥΡΑΦΕΛΚΥΘΡΑ #258: Γελοιογραφία #108

geliografia108

Comments 11

  1. Κάθε Τρίτη, μα κάθε Τρίτη περιμένω τον θείο Αιμίλιο. Έχει καιρό να εμφανιστεί και ανησυχώ για την υγεία του. Αν ξέρει κανείς κάτι να ενημερώσει.

  2. όχι θείο αιμίλιο…τον βαριέμαι. Ή κυριο κλιάφα ή τον κλέαρχο με το τίκ!
    Άψογο το εν λόγω

  3. Και εμφανίζονταν πανω στα δέντρα πλάσματα αλλόκοτα, κακομούτσουνα και θαρρούσες πώς δεν τα είχες ξαναδεί ποτέ. Και το καλοκαιράκι ήταν ωραίο, μην νομίζεις βέβαια ότι είχαμε τίποτα λούσα, άλλες εποχές τότε, όχι αστεία, την βγάζαμε δεν την βγάζαμε με μια γκαζόζα και δύο τραγουδάκια που σκαρφιζόμουν για να με πάρει χαμπάρι το Μαριώ. Αχ το Μαριώ, δεν ήθελε τάχα τα χρυσαφικά και τα κουμάρια αλλά να σου ολημερίς στο καρνάγιο να μου φέρνει δύο μπουκιές φαΐ μπας και στανιάρω. Και άξαφνα να φτάνει πάλι αυτό το θρασίμι, ένας κλακαδόρος σκέτος, και να παρλάρει με τους μούτσους και τους τζιτζιφιόγκους και εγώ να φτιάχνω σερμπέτι μάνγκο με φρούτα του δάσους μπας και καλμάρω. Και το Μαριώ, αχ το Μαριώ με ένα σεγκούνι χοντρό ραμμένο με μεράκι να μοιάζει σαν καμωμένη από ντουντούκα πελεκημένη και από στραγαλάκι, και εγώ τότε ένα παλικαράκι νέο και λαχταρούσα να της πάρω μαντεμένια τσέρκια να μην μένει αφκιασίδωτη όταν περνούσαν οι ταξιδευτές και στήναν κασκαρίκες και λέγανε καλαμπούρια. Και μια μουστόγρια, μια ξετσίπωτη σουρλουλού να θέλει να μας πουλήσει λουμίνια αλλά σαν έκανα να της πω όχι αυτή άρχιζε να τρώει τα λυσσακά της. Και στον καφενέ το βράδυ να μην μένει για μας ούτε μια πιθαμή κρασάκι μπρούσκο, γιατί λέει είχαν γεμίσει τις αποθήκες τσάμπουρα από τα σταφύλια αλλά δεν μας ένοιαζε, γιατί το βράδυ στο τσαρδί μας στήναμε πανηγύρι με ό,τι βρίσκαμε μπροστά μας και ήντανε ακόμη πιότερο ωραίο.

  4. Και ήτανε τότε οι εποχές, με ζούγκλες και σούσουρα στα καμουτσόκλαδα, και ανέβαν πάνω τα παιδιά και έτρεχαν ξέγνοιαστα στο δάσος του Κουφού. Και δεν είχαμε τότε κούρσες και μοτοσακό, μόνο τετράδια και λίγη μπέσα, για να οργανώνουμε τα βράδια φιέστες στο μαγαζί του Σίμου του στραβού. Και ο Γιωργής, αχ ο Γιωργής, μάζευε τα σαλιγκάρια από το πλακόστρωτο, και έσταζε ο ιδρώτας λαμπερός και γρήγορος πάνω στο μπλουζάκι «Empty Frame» που φορούσε. Και δωσ’του τα βράδυα με παρέες και σούρτα-φέρτα, κρασάκι ροζέ και και αγελάδες του βουνού για διακόσμηση. Βέβαια, εγώ αγόραζα κιλότες, αλλά δεν ήθελα να τρώω κάθε μέρα παστιτσάδα.

  5. O Θείος Αιμίλιος (ο ορίτζιναλ όχι αυτοί οι κουμαρτζήδες από πάνω) στέλνει τα φιλιά του σε όλους του τους φαν και τους υπόσχεται να είναι σύντομα (ΠΟΛΥ σύντομα όμως) κοντά τους!

  6. Κουμαρτζής είναι ο χαρτοπαίκτης…

  7. Θείε Αιμίλιε, θα σε ακολουθούσα εναγωνίως μέχρι τα πέρατα του γνωστού κόσμου. Θείε Αιμίλιε, χαζεύω κάθε μέρα στις νέες εκδόσεις περιμένοντας πότε θα δω τη βιογραφία σου, να τηνέ κάνω συναξάρι, να την έχω στο προσκέφαλο να ενισχύει το μαξιλάρι. Θείε Αιμίλιε περιμένω. Μίλα μας για τα κομμούνια στη Μακρόνησο, μίλα μας για το Μαριώ, μίλα για το κρασάκι που ανήκει στο παρελθόν όσο κι αν διψάμε σήμερα. Σε ακολουθώ. Τώρα και στο τουίτερ.

  8. θειε αιμιλιε σε γουσταρει η χωριατισσα?

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.